CFO Agenda - Credit risk: Ασφυκτικό το κλίμα «καχυποψίας»στην ελληνική αγορά

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Risk & Compliance

Credit risk: Ασφυκτικό το κλίμα «καχυποψίας»στην ελληνική αγορά

23 Μαΐου 2012 | 10:07 Γράφουν οι Ειρήνη  Γκίνη, Ηλίας Γ.  Μπέλλος Topics: Risk management,Special Reports Σχετικές Εταιρίες: ICAP

Credit risk: Ασφυκτικό το κλίμα «καχυποψίας»στην ελληνική αγορά

Η αύξηση του ποσοστού των επιχειρήσεων που εμφανίζουν προβλήματα στις πληρωμές τους, δυσχεραίνει το κλίμα στην ελληνική αγορά και προμηνύει δυσάρεστες εξελίξεις για την εξαγωγική δραστηριότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά και την τροφοδοσία της αγοράς με εισαγόμενα προϊόντα.

Κατά 181% αυξήθηκε το ποσοστό ασυνέπειας στις πληρωμές των ελληνικών επιχειρήσεων κατά την περίοδο 2010-2011, σε σχέση με την εξαετία 2003-2009, όπως καταγράφει σχετική έρευνα του Icap Group. Το μέσο ποσοστό ασυνέπειας που εμφάνισαν οι ελληνικές επιχειρήσεις την περίοδο 2003 - 2009 υπολογίζεται στο 3.56% ενώ το αντίστοιχο ποσοστό την περίοδο 2010-2011 ανέρχεται στο 10%.

Η σημαντική αύξηση κατά 181% αποτυπώνει την αύξηση του πιστωτικού κινδύνου στην επιχειρηματική αγορά ως συνέπεια της οικονομικής ύφεσης, της πτώσης της κατανάλωσης και των δυσκολιών άντλησης χρηματοδότησης.

Πιο συγκεκριμένα, οι ασυνεπείς επιχειρήσεις της Βιομηχανίας αυξήθηκαν κατά 166,09%, του Εμπορίου κατά 226,95%, ενώ στον κλάδο των υπηρεσιών, οι ασυνεπείς επιχειρήσεις των Υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 143,31%.

Σε απόλυτη συνάρτηση με την εξέλιξη της ασυνέπειας των επιχειρήσεων, τα στοιχεία της μελέτης καταγράφουν την σημαντική επιβάρυνση της πιστοληπτικής ικανότητας των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της διετίας 2010 - 2011. Συγκεκριμένα, το 58,91% των εταιριών, ήτοι 6 στις 10 επιχειρήσεις, επιδείνωσε την πιστοληπτική ικανότητά της έστω και κατά μια διαβάθμιση. Αναλογικά, λοιπόν, για κάθε μία επιχείρηση της οποίας η πιστοληπτική ικανότητα αναβαθμίστηκε αντιστοιχούν 4,9 επιχειρήσεις των οποίων η πιστοληπτική ικανότητα επιδεινώθηκε.

Η ασυνέπεια τροχοπεδεί τις προοπτικές ανάπτυξης
Η αύξηση του πιστωτικού κινδύνου στην ελληνική αγορά επηρεάζει αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, και ιδιαίτερα σε σχέση με τις «ελπιδοφόρες» εξαγωγές, ενώ δημιουργεί ανησυχίες για ελλείψεις εισαγόμενων αγαθών στην εγχώρια αγορά.

Η απροθυμία και πολλές φορές η αδυναμία των ελληνικών τραπεζών να εκδώσουν εγγυητικές επιστολές για λογαριασμό των εισαγωγέων και το γεγονός ότι ακόμα και όταν εκδοθούν δεν γίνονται τις περισσότερες φορές δεκτές από τους ξένους, οδηγεί με ταχύτατους ρυθμούς σε ολοένα και μεγαλύτερα προβλήματα εφοδιασμού της αγοράς. Και καθώς συχνά τα εισαγόμενα προϊόντα είναι σημαντικά φτηνότερα των ελληνικών, γεννάται και ζήτημα πληθωρισμού σε μια στιγμή που η εθνική οικονομία επιχειρεί την μαζικότερη άσκηση αποπληθωρισμού στην Ιστορία.

Η δυνατότητα των ελληνικών επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου αλλά και μεταποίησης να εισάγουν προϊόντα και πρώτες ύλες έχει υπονομευθεί περαιτέρω τους τελευταίους λίγους μήνες από το γεγονός πως μεγάλοι ξένοι ασφαλιστικοί οίκοι, που ασφάλιζαν τις απαιτήσεις των ξένων από την Ελλάδα, είτε έχουν διακόψει τις ασφαλίσεις για τη χώρα, είτε έχουν περιορίσει σημαντικά το ύψος του τζίρου που ασφαλίζουν.

Από όσους πελάτες δε ακόμα δέχονται να ασφαλίσουν, ζητούν ιδιαίτερα αυξημένα ασφάλιστρα με αποτέλεσμα να αποθαρρύνονται οι εξαγωγές προς την Ελλάδα, να ανεβαίνει το κόστος τους και να μετακυλίεται αυτό στις τιμές. Αυτά λαμβάνουν χώρα την ώρα που ο πόλεμος των τιμών στα ράφια των σούπερ μάρκετ (που επιχειρούν να κρατήσουν τα μερίδια τους και να προστατεύσουν τους κύκλους εργασιών τους) πιέζει ήδη τα μικτά περιθώρια κέρδους αφήνοντας ως μοναδική εναλλακτική στους επιχειρηματίες την μείωση του μισθολογικού κόστους.

 Ανάλογη ασφυξία επιβάλλεται στην ελληνική αγορά και από τις θυγατρικές πολυεθνικών τροφίμων ή φαρμάκων που έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Εδώ επιχειρείται το κλείσιμο των πιστώσεων σε υποδιπλάσια χρονικά διαστήματα αυτών που ίσχυαν και εφαρμόζεται μάλιστα οριζοντίως αφού οι πολιτικές εταιρικής διακυβέρνησης συχνά δεν επιτρέπουν την κατά περίπτωση αντιμετώπιση των πελατών τους. Μεγάλη πολυεθνική στα ποτά έχει κατεβάσει το χρόνο που ζητά να εξοφλείται από τις 70 ημέρες στις 60 και τώρα πιέζει για μείωση του στις 45 ημέρες.

Κατά 181% αυξήθηκε το ποσοστό ασυνέπειας στις πληρωμές των ελληνικών επιχειρήσεων κατά την περίοδο 2010-2011, σε σχέση με την εξαετία 2003-2009, όπως καταγράφει σχετική έρευνα του Icap Group. Το μέσο ποσοστό ασυνέπειας που εμφάνισαν οι ελληνικές επιχειρήσεις την περίοδο 2003 - 2009 υπολογίζεται στο 3.56% ενώ το αντίστοιχο ποσοστό την περίοδο 2010-2011 ανέρχεται στο 10%.

Η σημαντική αύξηση κατά 181% αποτυπώνει την αύξηση του πιστωτικού κινδύνου στην επιχειρηματική αγορά ως συνέπεια της οικονομικής ύφεσης, της πτώσης της κατανάλωσης και των δυσκολιών άντλησης χρηματοδότησης.

Πιο συγκεκριμένα, οι ασυνεπείς επιχειρήσεις της Βιομηχανίας αυξήθηκαν κατά 166,09%, του Εμπορίου κατά 226,95%, ενώ στον κλάδο των υπηρεσιών, οι ασυνεπείς επιχειρήσεις των Υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 143,31%.

Σε απόλυτη συνάρτηση με την εξέλιξη της ασυνέπειας των επιχειρήσεων, τα στοιχεία της μελέτης καταγράφουν την σημαντική επιβάρυνση της πιστοληπτικής ικανότητας των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της διετίας 2010 - 2011. Συγκεκριμένα, το 58,91% των εταιριών, ήτοι 6 στις 10 επιχειρήσεις, επιδείνωσε την πιστοληπτική ικανότητά της έστω και κατά μια διαβάθμιση. Αναλογικά, λοιπόν, για κάθε μία επιχείρηση της οποίας η πιστοληπτική ικανότητα αναβαθμίστηκε αντιστοιχούν 4,9 επιχειρήσεις των οποίων η πιστοληπτική ικανότητα επιδεινώθηκε.

Η ασυνέπεια τροχοπεδεί τις προοπτικές ανάπτυξης
Η αύξηση του πιστωτικού κινδύνου στην ελληνική αγορά επηρεάζει αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, και ιδιαίτερα σε σχέση με τις «ελπιδοφόρες» εξαγωγές, ενώ δημιουργεί ανησυχίες για ελλείψεις εισαγόμενων αγαθών στην εγχώρια αγορά.

Η απροθυμία και πολλές φορές η αδυναμία των ελληνικών τραπεζών να εκδώσουν εγγυητικές επιστολές για λογαριασμό των εισαγωγέων και το γεγονός ότι ακόμα και όταν εκδοθούν δεν γίνονται τις περισσότερες φορές δεκτές από τους ξένους, οδηγεί με ταχύτατους ρυθμούς σε ολοένα και μεγαλύτερα προβλήματα εφοδιασμού της αγοράς. Και καθώς συχνά τα εισαγόμενα προϊόντα είναι σημαντικά φτηνότερα των ελληνικών, γεννάται και ζήτημα πληθωρισμού σε μια στιγμή που η εθνική οικονομία επιχειρεί την μαζικότερη άσκηση αποπληθωρισμού στην Ιστορία.

Η δυνατότητα των ελληνικών επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου αλλά και μεταποίησης να εισάγουν προϊόντα και πρώτες ύλες έχει υπονομευθεί περαιτέρω τους τελευταίους λίγους μήνες από το γεγονός πως μεγάλοι ξένοι ασφαλιστικοί οίκοι, που ασφάλιζαν τις απαιτήσεις των ξένων από την Ελλάδα, είτε έχουν διακόψει τις ασφαλίσεις για τη χώρα, είτε έχουν περιορίσει σημαντικά το ύψος του τζίρου που ασφαλίζουν.

Από όσους πελάτες δε ακόμα δέχονται να ασφαλίσουν, ζητούν ιδιαίτερα αυξημένα ασφάλιστρα με αποτέλεσμα να αποθαρρύνονται οι εξαγωγές προς την Ελλάδα, να ανεβαίνει το κόστος τους και να μετακυλίεται αυτό στις τιμές. Αυτά λαμβάνουν χώρα την ώρα που ο πόλεμος των τιμών στα ράφια των σούπερ μάρκετ (που επιχειρούν να κρατήσουν τα μερίδια τους και να προστατεύσουν τους κύκλους εργασιών τους) πιέζει ήδη τα μικτά περιθώρια κέρδους αφήνοντας ως μοναδική εναλλακτική στους επιχειρηματίες την μείωση του μισθολογικού κόστους.

 Ανάλογη ασφυξία επιβάλλεται στην ελληνική αγορά και από τις θυγατρικές πολυεθνικών τροφίμων ή φαρμάκων που έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Εδώ επιχειρείται το κλείσιμο των πιστώσεων σε υποδιπλάσια χρονικά διαστήματα αυτών που ίσχυαν και εφαρμόζεται μάλιστα οριζοντίως αφού οι πολιτικές εταιρικής διακυβέρνησης συχνά δεν επιτρέπουν την κατά περίπτωση αντιμετώπιση των πελατών τους. Μεγάλη πολυεθνική στα ποτά έχει κατεβάσει το χρόνο που ζητά να εξοφλείται από τις 70 ημέρες στις 60 και τώρα πιέζει για μείωση του στις 45 ημέρες.


Εταιρείες και κλάδοι που «ρίχνουν πόρτα» στις ελληνικές επιχειρήσεις
Παρά την περί του αντιθέτου αίσθηση πολλών Ελλήνων, η χώρα δεν έχει επάρκεια σε πολλά προϊόντα τροφίμων. Νωπό κρέας, όσπρια, γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα είναι από αυτά που εισάγονται κατά κόρον, είτε επειδή η εδώ παραγωγή δεν επαρκεί, είτε επειδή οι τιμές τους είναι πολύ υψηλότερες από αυτές των εισαγόμενων.

Έτσι η χώρα εισάγει μεγάλες ποσότητες αυτών και άλλων προϊόντων κυρίως από Γερμανία Ολλανδία αλλά και τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Με την ασφάλιση των εισαγωγών αυτών όσοι εξάγουν ακόμα προς την Ελλάδα, κυρίως εξαιτίας των καλών σχέσεων συνεργασίας όποτε αυτές υφίστανται, ζητούν πλέον μείωση της πίστωσης από τις 60 ημέρες παλαιότερα στις 15 σήμερα. Η Ελλάδα εισάγει επίσης πολλά προϊόντα από την Ιταλία όπου η εκεί ύφεση έχει στενέψει σημαντικά πλέον και τις δυνατότητες παροχής πιστώσεων και από τους εκεί επιχειρηματίες.

Έτσι οι εισαγωγές ρυζιού και νωπών κοτόπουλων από την Ιταλία έχουν επίσης αρχίσει να γίνονται με δυσμενέστερους όρους, όποτε αυτές γίνονται. Το ζήτημα δεν αφορά ασφαλώς μόνο τα σούπερ μάρκετ και το λιανεμπόριο αλλά και τη μεταποίηση και τους παραγωγούς αλλαντικών και γαλακτοκομικών προϊόντων. Το ζήτημα της παύσης των καλύψεων από τους οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων έχει επεκταθεί πλέον από την Ελλάδα και σε χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία που θεωρούνται επίσης υψηλού κινδύνου.

Οι εισαγωγές πρώτων υλών για φαρμακευτικές και χημικές εταιρείες όπως και οι καθαυτό εισαγωγές φαρμάκων έχουν αρχίσει και μετατρέπονται σε άθλο. Ήδη από το καλοκαίρι του 2011 το πρόβλημα με τις ιατροφαρμακευτικες υποχρεώσεις της χώρας είχε καταστεί μείζον διεθνές ζήτημα . «Η ελληνική κυβέρνηση είχε μείνει πίσω στις πληρωμές στις εταιρείες του ιατροφαρμακευτικού τομέα, λίγους μόλις μήνες έπειτα από την αναδιάρθρωση του χρέους των 5,4 δισ. ευρώ προς τους προμηθευτές» ανέφερε τότε δημοσίευμα των Financial Times.

Σήμερα το ενδεχόμενο κουρέματος των ομολόγων που έλαβαν από το δημόσιο πολλοί από τους πιστωτές τους στον ιατροφαρμακευτικό κλάδο, τους οδηγεί στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Αυτά λαμβάνουν χώρα ενώ η αγορά συρρικνώνεται: σύμφωνα με μελέτη της Hellastat ήδη από το 2010 η αξία της αγοράς υποχώρησε λόγω της περικοπής των φαρμακευτικών δαπανών και τις μειώσεις στις τιμές, ενώ η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη κατά 16,5%, στα 4,25 δισ. ευρώ.

Έτσι, οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών (σε τιμές ex-factory) διαμορφώθηκαν σε  5,09 δις. ευρώ, έχοντας υποχωρήσει κατά 11% σε σχέση με το 2009. Ο ιδιωτικός τομέας (φαρμακαποθήκες και φαρμακεία) παραμένει ο κυριότερος πελάτης, καταλαμβάνοντας το 2010 το 74% των πωλήσεων. Η αγορά υποχώρησε και το 2011, καθώς τα νέα Δελτία Τιμών επέφεραν περαιτέρω μειώσεις στις τιμές. Οι πωλήσεις των μελών του Σ.Φ.Ε.Ε. στα δημόσια νοσοκομεία διαμορφώθηκαν σε 1,1 δισ. ευρώ, έχοντας σημειώσει κάμψη 18,4% από το 2010.

Σε αυτό το περιβάλλον πολλές εταιρείες εξάγουν φάρμακα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου πετυχαίνουν καλύτερες τιμές αναφέρουν παράγοντες της βιομηχανίας.

Η προβληματική ελληνική κουλτούρα
Θα ήταν πολύ απλό ίσως να αποδώσουμε τη μεγέθυνση του προβλήματος της ασυνέπειας στην κρίση, εντούτοις η πραγματικότητα είναι κάπως πιο σύνθετη: η οικονομική κρίση ανέδειξε τα προβληματικά σημεία της ελληνικής επιχειρηματικής κουλτούρας σχετικά με τις πληρωμές και κατέστησε εμφανή τα προβλήματα που δημιουργούν στην αγορά.

Ο Πάνος Μιχαλόπουλος, Managing Partner της Hellastat, υπογράμμισε στο πλαίσιο της παρουσίασής του στο 3rd Financial Management Conference τις νοοτροπίες που δημιούργησαν λανθασμένες εντυπώσεις στη διαχείριση πιστωτικών κινδύνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι επιχειρηματίες, πωλητές αλλά και στελέχη λογιστηρίου έχουν την εντύπωση ότι γνωρίζουν πολύ καλά τους πελάτες και τη φερεγγυότητά τους. Δεν είναι τυχαίο ότι, μέχρι πρότινος, η κουλτούρα της ελληνικής επιχείρησης ενθάρρυνε την πραγματοποίηση της πώλησης με κάθε τρόπο, αφήνοντας την πιθανότητα είσπραξης σε δεύτερη μοίρα.

Σε αυτό συνέτεινε βέβαια και η ψευδαίσθηση ανάπτυξης που χαρακτήριζε την ελληνική αγορά τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να θεωρούν ότι μπορούν να αντλούν εύκολα και οικονομικά χρηματοδότηση ικανή να καλύψει τις ανάγκες τους σε κεφάλαια κίνησης.  Αξίζει δε να θυμηθούμε ότι η εποπτεία του πιστωτικού κλάδου αποτελούσε μια νεόκοπη διαδικασία, επιβεβλημένη στο πλαίσιο της κανονιστικής συμμόρφωσης, ενώ η κεντρική διοίκηση δεν έδινε τη δέουσα σημασία στην προληπτική θέσπιση κανόνων.

Όταν τα προβλήματα άρχισαν να γίνονται εμφανή στην αγορά, οι επιχειρήσεις δεν ήταν έτοιμες να αλλάξουν νοοτροπία από την μια μέρα στην άλλη, με αποτέλεσμα να αυξήσουν σημαντικά τις προβλέψεις τους για τα επόμενα οικονομικά έτη. Οι «φουσκωμένες» προβλέψεις μείωσαν την κερδοφορία των επιχειρήσεων, ως εκ τούτου τα κονδύλια για επενδύσεις σχεδόν εξανεμίστηκαν, με ότι αυτό σημαίνει για τα μεγέθη της ελληνικής αγοράς.

Είναι εμφανές ότι για να δημιουργηθούν υγιείς πολιτικές διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου, θα πρέπει οι επιχειρηματίες να παραδεχθούν ότι οι προσωπικές τους σχέσεις και η εμπειρία τους δεν δύνανται να τους δώσουν ακριβή εικόνα για κάθε πελάτη, συνεπώς θα πρέπει να αναζητήσουν αξιόπιστες πηγές ενημέρωσης σχετικά με την πιστοληπτική ικανότητα των εταιρειών.

Credit risk management: Με το βλέμμα στραμμένο στις πωλήσεις
Για την αλλαγή της νοοτροπίας σχετικά με την παροχή πιστώσεων στους πελάτες, ο ρόλος του Οικονομικού Διευθυντή είναι καταλυτικός. Ο Οικονομικός Διευθυντής θα πρέπει να συνεργαστεί με τη διεύθυνση πωλήσεων στη δημιουργία κοινά αποδεκτών διαδικασιών πιστωτικής πολιτικής. Είναι απαραίτητο να υπάρχει συμφωνία όσον αφορά τα πιστωτικά όρια του κάθε πελάτη, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος επισφαλειών.

Η ευθυγράμμιση των εμπλεκομένων διευθύνσεων στο θέμα της διαμόρφωσης και υλοποίησης της εμπορικής και πιστωτικής πολιτικής καθώς και η πλήρης στήριξη από τη διοίκηση είναι απαραίτητες, ενώ αναγκαία είναι η ύπαρξη των σωστών δεικτών παρακολούθησης.  Η σύνδεση της επίτευξης των δεικτών με την ανταμοιβή των στελεχών όλων των διευθύνσεων που εμπλέκονται εξασφαλίζει την επιτυχή υλοποίηση των στόχων και την επικαιροποίηση άρα και αποτελεσματικότητά τους.

Ειδικότερα, μεγάλη σημασία πρέπει να δίδεται στο επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων απαιτήσεων, στην έγκαιρη ανάδειξη του προβλήματος (και στην άμεση εφαρμογή των απαιτούμενων διαδικαστικών αλλαγών για αποφυγή ανάλογων περιπτώσεων) και στη διενέργεια των απαιτούμενων προβλέψεων.  Η ύπαρξη των προβλέψεων αυτών είναι στοιχείο σωστής διαχείρισης και οικονομικής υγείας και βέβαια, η μόνη σύννομη πρακτική.

Επιπρόσθετα, η συνεργασία με τον ορκωτό ελεγκτή - όπου υπάρχει - είναι επιβοηθητική στο να συμφωνηθούν οι κατάλληλες αρχές αποτίμησης και να αποτυπωθούν σωστά οι απαιτήσεις.  Τελικά, ως αποτέλεσμα της ανάλυσης αυτής, η επιχείρηση έχει ακριβή αντίληψη του τι αναμένεται να εισπράξει πραγματικά, επιτρέποντάς της να επικεντρώσει σωστά την εισπρακτική της προσπάθεια και να έχει σωστή βάση εκκίνησης ο  ταμειακός προγραμματισμός.

Ο Οικονομικός Διευθυντής, θα πρέπει να εκτιμήσει ποιοι εταιρικοί πελάτες αξίζουν να πάρουν πίστωση (ώστε να βοηθήσει τον τζίρο της εταιρείας) και ποιοι πελάτες είναι επικίνδυνοι όσον αφορά την φερεγγυότητα και την πιστοληπτική τους ικανότητα, ώστε να προστατεύσει την επιχείρηση από πιθανές μελλοντικές ζημιές και ρίσκα. Επίσης καλείται να αξιολογήσει σωστά τους προμηθευτές του και να εκτιμήσει ποιοι μπορούν να φέρουν εις πέρας οποιοδήποτε έργο τους ανατεθεί αξιοποιώντας την όποια προκαταβολή τους δοθεί.

Ο τρόπος αξιολόγησης των πελατών και των προμηθευτών μιας επιχείρησης γίνεται συνήθως με την βοήθεια των λογιστικών αποτελεσμάτων τα οποία υποδηλώνουν κάποιο πιθανό οικονομικό πρόβλημα του εταιρικού πελάτη/προμηθευτή. Όμως η πραγματική οικονομική εικόνα δεν είναι πάντα εύκολο να εντοπιστεί, γιατί υπάρχουν πελάτες/προμηθευτές, ή εταιρίες Ε.Π.Ε / Ο.Ε που δεν είναι υποχρεωμένοι να εκδώσουν οικονομικές καταστάσεις.

Η εφαρμογή μιας ορθής πολιτικής διαχείρισης πιστωτικών κινδύνων πρέπει να συνάδει και με το βαθμό πελατοκεντρικότητας που η κάθε επιχειρήσει «πρεσβεύει». Είναι σημαντικό να βρεθεί το σημείο ισορροπίας όσον αφορά τις μέρες πίστωσης, ώστε να μικρύνει η περίοδος είσπραξης χωρίς όμως να χαθεί η πώληση και χωρίς να πληγεί η σχέση της εταιρείας με τους πελάτες. Ένα εργαλείο που χρησιμοποιούν πολλές επιχειρήσεις είναι η παροχής έκπτωσης στον πελάτη εάν πληρώνει μετρητοίς.

Ταυτόχρονα, η χρήση εργαλείων όπως ενηλικίωση υπολοίπων πελατών και  κανόνας 80/20 (80% αξίας των πελατών με βάση τους 20 μεγαλύτερους πελάτες μπορούν να βελτιώσουν την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών. Σε κάποιες περιπτώσεις, είναι συνετό να προτείνεται κάποιο ποσοστό έκπτωσης για να εισπραχθούν ληξιπρόθεσμα που θεωρούνται ήδη ως  επισφάλειες, αλλά και η χρέωση τόκων υπερημερίας, αν ο πελάτης δεν τηρεί την υπογεγραμμένη συμφωνία.

CFO Agenda (T. 020)
« 1 2 3 »
Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο CFO Agenda Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Τρόφιμα – Ποτά

Τηλεπικοινωνίες

Goverment

Τουρισμός

Ηλεκτρικά - Ηλεκτρονικά Είδη

Retail

Ευρωπαική Ένωση

Πληροφορική

Μεταφορές / Logistics

Ενέργεια / Περιβάλλον

Κατασκευές

Sales

Ναυτιλία

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778