CFO Agenda - Γιατί οι τι΅ές στην Ελλάδα δεν προσαρ΅όζονται στα δεδο΅ένα της αγοράς;

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Business strategy

Γιατί οι τι΅ές στην Ελλάδα δεν προσαρ΅όζονται στα δεδο΅ένα της αγοράς;

14 Φεβρουαρίου 2013 | 11:13 Γράφει η Ειρήνη  Γκίνη Topics: Business economics,Retail

Μολονότι η Ελλάδα κατέγραψε τον περασμένο Οκτώβριο τον χαμηλότερο πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, οι τιμές των προϊόντων στην αγορά επιδεικνύουν σχετική ακαμψία, σε σχέση με τη ραγδαία μείωση της εισοδηματικής δύναμης των κατοίκων της χώρας. Ποιοί είναι οι παράγοντες που εμποδίζουν την αγορά να προσαρμοστεί στα δεδομένα της εποχής; Και ποιες διαρθωτικές κινήσεις πρέπει να γίνουν, προκειμένου να αρθούν οι υφιστάμενες στρεβλώσεις;

Τον χαμηλότερο πληθωρισμό (0,9%) στην ΕΕ κατέγραψε η Ελλάδα τον Οκτώβριο του 2012, έναντι 0,3% τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που δόθηκαν στη δημοσιότητα. Τον ίδιο μήνα, ο μέσος πληθωρισμός στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 2,5%, έναντι 2,6% το Σεπτέμβριο και στην «ΕΕ των 27» στο 2,6%, έναντι 2,7% τον προηγούμενο μήνα. Το χαμηλότερο ποσοστό πληθωρισμού στην ΕΕ κατέγραψαν η Ελλάδα (0,9%),  Σουηδία (1,2%) και Λετονία (1,6%).
Εντούτοις, όπως επισημαίνει σχετική έρευνα της Εθνικής Τράπεζας, σε αντίθεση με την ταχεία προσαρμογή στο κόστος εργασίας, οι τιμές καταναλωτή επέδειξαν αξιοσημείωτη ακαμψία, εμφανίζοντας ακόμα και ανοδικές τάσεις, και μόνο το 2012 άρχισαν να εμφανίζονται κάποιες πρώτες ενδείξεις σταθεροποίησης και μείωσης των τιμών, οι οποίες ήταν πιο έκδηλες στους τομείς των υπηρεσιών.

Ζήτημα χρονικής υστέρησης και φορολογiας
Η αναντιστοιχία μεταξύ οικονομικής δύναμης επιχειρήσεων, ελληνικού κράτους και καταναλωτών με τις τιμές αγοράς αγαθών οφείλεται στο ότι τα μεγέθη στην οικονομία δεν εξελίσσονται γραμμικά. Αντίθετα, υπάρχει χρονική υστέρηση στην προσαρμογή των τιμών καταναλωτή στα νέα δεδομένα της αγοράς. Στην έρευνά της, η Εθνική Τράπεζα επισημαίνει οτι «η εμπειρία από την επώδυνη πορεία οικονομικής προσαρμογής τα τελευταία δυομιση χρόνια καταδεικνύει ότι η αντίδραση κρίσιμων μακροοικονομικών μεταβλητών στη συγκυρία και στην εντατική προσπάθεια ταχείας μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος χαρακτηρίζεται από αρχικά βραδείς ρυθμούς», προσθέτει ωστόσο ότι επιταχύνεται σημαντικά στη συνέχεια.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, ειδικό βάρος στην ανελαστικότητα των τιμών οφείλεται και στο φορολογικό καθεστώς, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλή επιβάρυνση στο πεδίο της έμμεσης φορολογίας, και συγκεκριμένα του ΦΠΑ. Όπως υπογραμμίζει και σε σχετική ανακοίνωσή της η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (ΕΣΕΕ), στην Ελλάδα αυξήθηκαν οι συντελεστές ΦΠΑ και διαμορφώθηκαν στο επίπεδο του 13% και 23%, αρκετά υψηλότερα από την Ισπανία (οι αντίστοιχοι είναι 8% και 18%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (5% και 20%). Το θέμα της φορολόγησης καταδεικνύει και η μελέτη της Εθνικής Τράπεζας.

«Σε μακροοικονομικό επίπεδο, οι βασικότεροι λόγοι που συντήρησαν τις πληθωριστικές πιέσεις κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριετίας σχετίζονται κυρίως με την επίδραση των αυξήσεων του ΦΠΑ και το φόρων κατανάλωσης, την αύξηση των τιμών ενέργειας και την ανοδική πορεία των τιμών των εισαγόμενων καταναλωτικών αγαθώς και πρώτων υλών. Συγκεκριμένα, οι αυξήσει στο ΦΠΑ και στους φόρους κατανάλωσης (καυσίμων, οινοπνευματωδών και καπνού) πρόσθεσαν περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό της περιόδου 2010-2011, παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις απορρόφησαν σχεδόν το 20% των φορολογικών αυξήσεων.

Ακόμα και στην έρευνα που διεξήγαγε η Γενική Γραμματεία Εμπορίου τον περασμένο Φεβρουάριο, η οποία κατέδειξε υψηλότερες τιμές στην Ελλάδα, στα καταναλωτικά επώνυμα αγαθά απ’ ότι σε άλλες χώρες της Ευρώπης (Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία), έγινε αναφορά στη φορολογική επιβάρυνση ως έναν από τους λόγους της ακρίβειας που σαρώνει την αγορά:  όπως τονίστηκε χαρακτηριστικά αν αφαιρεθεί ο ΦΠΑ το μέσο καλάθι του έλληνα καταναλωτή σε σχέση με αυτό των υπολοίπων καταναλωτών στις συγκεκριμένες χώρες είναι φθηνότερο.

Διαρθωτικά προβλήματα
Οι εκπρόσωποι του εμπορίου δίνουν έμφαση και σε δομικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς, τα οποία εμποδίζουν την προσαρμογή των τιμών. Η σχετική ανακοίνωση της ΕΣΕΕ αναφέρει χαρακτηριστά τις ρήτρες απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών, ο εξαναγκασμός δηλαδή των λιανεμπόρων να μην αγοράζουν από θυγατρικές των προμηθευτών τους σε άλλες χώρες όπου ενδεχομένως πωλούν φθηνότερα σε σχέση με την ελληνική αγορά αλλά και τις στρεβλώσεις σε σχετικές με το εμπόριο αγορές (πχ. logistics), οι οποίες, εξαιτίας της ιδιομορφίας τους, εμποδίζουν τον ανταγωνισμό και συμβάλλουν στη διόγκωση των τελικών τιμών π.χ. απαγόρευση συνδυαστικών μεταφορών νωπών με άλλα προϊόντα.

Επίσης, στηλιτεύει την  ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς χονδρικού και λιανικού εμπορίου με μυστικές συμφωνίες με πιο πρόσφατο παράδειγμα το «καρτέλ» στην αγορά κοτόπουλου που εντόπισε η Επιτροπή Ανταγωνισμού ή το καρτέλ στο χονδρεμπόριο των νωπών οπωροκηπευτικών σύμφωνα με την Γενική Γραμματεία Εμπορίου. Πέρα όμως από τις στρεβλώσεις στην ελληνική αγορά, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι η μεγάλη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από εισαγόμενα αγαθά, και κυρίως το πετρέλαιο. Η ΕΣΕΕ υπογραμμίζει ότι «η μεγάλη εξάρτηση από τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου και αδυναμία πάταξης του λαθρεμπορίου καυσίμων, με επιβάρυνση στην τελική τιμή σε σειρά προϊόντων όπου τα καύσιμα χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη έχουν αυξήσει το κατά μονάδα κόστος καθώς έχουν εκτινάξει και το κόστος των μεταφορών».

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι ερευνητές της Εθνικής Τράπεζας: «η αυξητική τάση των τιμών του πετρελαίου πρόσεθεσε 0,8% ετησίως (χωρίς την επίδραση των φόρων) στο μέσο πληθωρισμό κατά την ίδια περίοδο. Η επίδραση αυτή είναι σημαντικά υψηλότερη από το μέσο όρο της ευρωζώνης (0,45% περίπου) και αντανακλά τον υψηλό βαθμό εξάρτησης από εισαγωγές πετρελαίου (σε επίπεδο περίπου 35% υψηλότερο από αυτό της ευρχωζώνης). Οι προαναφερθέντες παράγοντες μπορούν να θεωρηθούν, κατά βάση, εξωγενείς, με παροδικές η συγκυριακές επιδράσεις στον πληθωρισμό, αν και η επίπτωση στο επίπεδο τιμών και στην ανταγωνιστικότητα τείνει να είναι μόνιμη. Χωρίς αυτές τις επιδράσεις, ο μέσος πληθωρισμός μεταξύ πρώτου τριμήνου του 2010 και δεύτερου τριμήνου 2012, θα είχε διαμορφωθεί σε οριακά αρνητικά επίπεδα, αντί του 3,3% που είναι στην πραγματικότητα.

Τον χαμηλότερο πληθωρισμό (0,9%) στην ΕΕ κατέγραψε η Ελλάδα τον Οκτώβριο του 2012, έναντι 0,3% τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που δόθηκαν στη δημοσιότητα. Τον ίδιο μήνα, ο μέσος πληθωρισμός στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 2,5%, έναντι 2,6% το Σεπτέμβριο και στην «ΕΕ των 27» στο 2,6%, έναντι 2,7% τον προηγούμενο μήνα. Το χαμηλότερο ποσοστό πληθωρισμού στην ΕΕ κατέγραψαν η Ελλάδα (0,9%),  Σουηδία (1,2%) και Λετονία (1,6%).
Εντούτοις, όπως επισημαίνει σχετική έρευνα της Εθνικής Τράπεζας, σε αντίθεση με την ταχεία προσαρμογή στο κόστος εργασίας, οι τιμές καταναλωτή επέδειξαν αξιοσημείωτη ακαμψία, εμφανίζοντας ακόμα και ανοδικές τάσεις, και μόνο το 2012 άρχισαν να εμφανίζονται κάποιες πρώτες ενδείξεις σταθεροποίησης και μείωσης των τιμών, οι οποίες ήταν πιο έκδηλες στους τομείς των υπηρεσιών.

Ζήτημα χρονικής υστέρησης και φορολογiας
Η αναντιστοιχία μεταξύ οικονομικής δύναμης επιχειρήσεων, ελληνικού κράτους και καταναλωτών με τις τιμές αγοράς αγαθών οφείλεται στο ότι τα μεγέθη στην οικονομία δεν εξελίσσονται γραμμικά. Αντίθετα, υπάρχει χρονική υστέρηση στην προσαρμογή των τιμών καταναλωτή στα νέα δεδομένα της αγοράς. Στην έρευνά της, η Εθνική Τράπεζα επισημαίνει οτι «η εμπειρία από την επώδυνη πορεία οικονομικής προσαρμογής τα τελευταία δυομιση χρόνια καταδεικνύει ότι η αντίδραση κρίσιμων μακροοικονομικών μεταβλητών στη συγκυρία και στην εντατική προσπάθεια ταχείας μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος χαρακτηρίζεται από αρχικά βραδείς ρυθμούς», προσθέτει ωστόσο ότι επιταχύνεται σημαντικά στη συνέχεια.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, ειδικό βάρος στην ανελαστικότητα των τιμών οφείλεται και στο φορολογικό καθεστώς, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλή επιβάρυνση στο πεδίο της έμμεσης φορολογίας, και συγκεκριμένα του ΦΠΑ. Όπως υπογραμμίζει και σε σχετική ανακοίνωσή της η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (ΕΣΕΕ), στην Ελλάδα αυξήθηκαν οι συντελεστές ΦΠΑ και διαμορφώθηκαν στο επίπεδο του 13% και 23%, αρκετά υψηλότερα από την Ισπανία (οι αντίστοιχοι είναι 8% και 18%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (5% και 20%). Το θέμα της φορολόγησης καταδεικνύει και η μελέτη της Εθνικής Τράπεζας.

«Σε μακροοικονομικό επίπεδο, οι βασικότεροι λόγοι που συντήρησαν τις πληθωριστικές πιέσεις κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριετίας σχετίζονται κυρίως με την επίδραση των αυξήσεων του ΦΠΑ και το φόρων κατανάλωσης, την αύξηση των τιμών ενέργειας και την ανοδική πορεία των τιμών των εισαγόμενων καταναλωτικών αγαθώς και πρώτων υλών. Συγκεκριμένα, οι αυξήσει στο ΦΠΑ και στους φόρους κατανάλωσης (καυσίμων, οινοπνευματωδών και καπνού) πρόσθεσαν περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό της περιόδου 2010-2011, παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις απορρόφησαν σχεδόν το 20% των φορολογικών αυξήσεων.

Ακόμα και στην έρευνα που διεξήγαγε η Γενική Γραμματεία Εμπορίου τον περασμένο Φεβρουάριο, η οποία κατέδειξε υψηλότερες τιμές στην Ελλάδα, στα καταναλωτικά επώνυμα αγαθά απ’ ότι σε άλλες χώρες της Ευρώπης (Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία), έγινε αναφορά στη φορολογική επιβάρυνση ως έναν από τους λόγους της ακρίβειας που σαρώνει την αγορά:  όπως τονίστηκε χαρακτηριστικά αν αφαιρεθεί ο ΦΠΑ το μέσο καλάθι του έλληνα καταναλωτή σε σχέση με αυτό των υπολοίπων καταναλωτών στις συγκεκριμένες χώρες είναι φθηνότερο.

Διαρθωτικά προβλήματα
Οι εκπρόσωποι του εμπορίου δίνουν έμφαση και σε δομικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς, τα οποία εμποδίζουν την προσαρμογή των τιμών. Η σχετική ανακοίνωση της ΕΣΕΕ αναφέρει χαρακτηριστά τις ρήτρες απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών, ο εξαναγκασμός δηλαδή των λιανεμπόρων να μην αγοράζουν από θυγατρικές των προμηθευτών τους σε άλλες χώρες όπου ενδεχομένως πωλούν φθηνότερα σε σχέση με την ελληνική αγορά αλλά και τις στρεβλώσεις σε σχετικές με το εμπόριο αγορές (πχ. logistics), οι οποίες, εξαιτίας της ιδιομορφίας τους, εμποδίζουν τον ανταγωνισμό και συμβάλλουν στη διόγκωση των τελικών τιμών π.χ. απαγόρευση συνδυαστικών μεταφορών νωπών με άλλα προϊόντα.

Επίσης, στηλιτεύει την  ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς χονδρικού και λιανικού εμπορίου με μυστικές συμφωνίες με πιο πρόσφατο παράδειγμα το «καρτέλ» στην αγορά κοτόπουλου που εντόπισε η Επιτροπή Ανταγωνισμού ή το καρτέλ στο χονδρεμπόριο των νωπών οπωροκηπευτικών σύμφωνα με την Γενική Γραμματεία Εμπορίου. Πέρα όμως από τις στρεβλώσεις στην ελληνική αγορά, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι η μεγάλη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από εισαγόμενα αγαθά, και κυρίως το πετρέλαιο. Η ΕΣΕΕ υπογραμμίζει ότι «η μεγάλη εξάρτηση από τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου και αδυναμία πάταξης του λαθρεμπορίου καυσίμων, με επιβάρυνση στην τελική τιμή σε σειρά προϊόντων όπου τα καύσιμα χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη έχουν αυξήσει το κατά μονάδα κόστος καθώς έχουν εκτινάξει και το κόστος των μεταφορών».

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι ερευνητές της Εθνικής Τράπεζας: «η αυξητική τάση των τιμών του πετρελαίου πρόσεθεσε 0,8% ετησίως (χωρίς την επίδραση των φόρων) στο μέσο πληθωρισμό κατά την ίδια περίοδο. Η επίδραση αυτή είναι σημαντικά υψηλότερη από το μέσο όρο της ευρωζώνης (0,45% περίπου) και αντανακλά τον υψηλό βαθμό εξάρτησης από εισαγωγές πετρελαίου (σε επίπεδο περίπου 35% υψηλότερο από αυτό της ευρχωζώνης). Οι προαναφερθέντες παράγοντες μπορούν να θεωρηθούν, κατά βάση, εξωγενείς, με παροδικές η συγκυριακές επιδράσεις στον πληθωρισμό, αν και η επίπτωση στο επίπεδο τιμών και στην ανταγωνιστικότητα τείνει να είναι μόνιμη. Χωρίς αυτές τις επιδράσεις, ο μέσος πληθωρισμός μεταξύ πρώτου τριμήνου του 2010 και δεύτερου τριμήνου 2012, θα είχε διαμορφωθεί σε οριακά αρνητικά επίπεδα, αντί του 3,3% που είναι στην πραγματικότητα.


Κι άλλες έξωθεν πιέσεις
Επίσης, «είναι ιδιαίτερα σημαντική η επίδραση που ασκούν οι τιμές των εισαγόμων αγαθών (εκτός ενέργειας). Η ρηχή πραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας αντανακλάται στη σημαντική εξάρτης από εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών (εξαιρουμένων των διαρκών καταναλωτικών αγαθών) που αντιστοιχούν στο 9% του σταθμισμένου καλαθιού αγαθών και υπηρεσιών του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή και στο 6,7% του ΑΕΠ. Όμως ο εισαγόμενος πληθωρισμός δεν επιδρά μόνο μέσω των εισαγωγών τελικών καταναλωτικών αγαθών αλλά και μέσω των τιμών των εισαγωγών ενδιάμεσων αγαθών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βασικών καταναλωτικών αγαθών (τρόφιμα, φάρμακα, ένδυση εξοπλισμός κλπ) και οι οποίες ανέρχονται σε 11,5% του ΑΕΠ. Οι τιμές των ανωτέρων κατηγοριών εισαγωγών δεν ασκούσαν στο παρελθόν πληθωριστικές επιδράσεις, καθώς ο μέσος αριθμος ανατιμήσεων τους υπολειπόταν του υψηλού εγχώριου πληθωρισμού.

Σήμερα ομως, που κυριαρχούν αποπληθωριστικές τάσεις στο εσωτερικό, η έμμεση και άμεση επίδραση του εισαγόμενου πληθωρισμού καθυστερεί τη διόρθωση των τιμών, καθώς ο εισαγόμενος πληθωρισμός είναι σταθερά θετικός και υψηλότερος απο τον εγχώριο».Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αναλυτές της Εθνικής Τράπεζας εντοπίζουν τα πρώτα δείγματα προσαρμογής των τιμών στα δεδομένα της αγοράς, στην αγορά των υπηρεσιών, όπου δεν υφίστανται τόσο μεγάλες πληθωριστικές πιέσεις από τις διεθνείς τιμές ενέργειας και μεταβατικών πρώτων υλών. Όπως επισημαίνεται, «η μείωση των τιμών είναι ήδη εμφανής στις τιμές τουριστικών υπηρεσιών, εκπαίδευσης, ιατρικών υπηρεσιών, καθώς σημείωσαν μέση ετήσια κάμψη της τάξης του 1,9% τα τελευταία τρία τρίμηνα.

Η μείωση των τιμών σε κατηγορίες υπηρεσιών που αποτελούν σημαντικά τμήματα της δομής κόστους των ελληνικών μεταποιητικών επιχειρήσεων (μεταφορές, αποθήκευση, λογιστικές, συμβουλευτικές και νομικές υπηρεσίες), των οποίων οι τιμές μειώθηκαν, σε ετήσια βάση, κατά 6% περίπου, κατά μέσο όρο, το πρώτο εξάμηνο του 2012, θα διευκολύνει την περαιτέρω προσαρμογή τιμών. Και στις δύο περιπτώσεις, οι πιο ανταγωνιστικές συνθήκες αγοράς, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο, τόσο εξαιτίας της ύφεσης, όσο και των συγκεκριμένων διαθρωτικών αλλαγών.

Αντί επιλόγου
Στο κομμάτι της διαμόρφωσης των τιμών στην αγορά και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, υπάρχουν κομμάτια τα οποία δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν εύκολα στην παραγωγική δομή των ελληνικών επιχειρήσεων (όπως είναι αυτό της εξάρτησης από τις εισαγόμενες πρώτες ύλες και πετρέλαιο). Η πρόθεση από πλευράς ελληνικών επιχειρήσεων υπάρχει, όπως πιστοποιεί η πληθώρα προσφορών και εκπτώσεων σε ευρεία γκάμα προϊόντων.

Ωστόσο, είναι υπολογίσιμα τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς που εμποδίζουν περαιτέρω προσαρμογή των τιμών. Οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει να εκμεταλλευθούν τα διαφαινόμενα δείγματα προσαρμογής στον τομέα των υπηρεσιών, ώστε να πετύχουν τη μέγιστη δυνατή εξοικονόμηση στο κόστος παραγωγής, και κατ’ επέκταση στη δαπάνη του καταναλωτή. Φυσικά, η προσπάθεια αυτή δεν θα αποδώσει τα αναμενόμενα, αν δεν προχωρήσουν οι διαρθρωτικές αλλαγές στην ελληνική οικονομία, οι οποίες θα ενισχύουν τον ανταγωνισμό, κατά τα πρότυπα της προσαρμογής του τομέα των υπηρεσιών. Ακόμα, επειδή είναι μάλλον ουτοπικό να αναμένει κανείς μείωση της έμμεσης φορολογίας στην Ελλάδα, είναι σημαντική η σταθεροποίηση του φορολογικού περιβάλλοντος, ώστε οι επιχειρήσεις να προσαρμόσουν τις οικονομικές πολιτικές τους και τον σχεδιασμό τους στο ιδιαίτερο καθεστώς του τομέα δραστηριοποίησής τους.

CFO Agenda (T. 023)
« 1 2 »
Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο CFO Agenda Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Τρόφιμα – Ποτά

Τηλεπικοινωνίες

Goverment

Τουρισμός

Ηλεκτρικά - Ηλεκτρονικά Είδη

Retail

Ευρωπαική Ένωση

Πληροφορική

Μεταφορές / Logistics

Ενέργεια / Περιβάλλον

Κατασκευές

Sales

Ναυτιλία

©2017 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778